Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχαΐζουσα

/aɾ.xaˈi.zu.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλολογίαγλώσσα που μιμείται μια αρχαία γλώσσα· ειδικά για τα ελληνικά: γλώσσα που μιμείται τα αρχαία ελληνικά Βικιλεξικό
    • Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα ο Οικονόμος θα κατακεραυνώσει ωστόσο τη μετάφραση και την αρχαΐζουσα γλώσσα του Βάμβα ως «χυδαιοελληνικήν» και «χυδαιογραικικήν»,⁸² ενώ όλη η Επίκρισις (Οικονομος 1839) είναι γεμάτη από χαρακτηρισμούς όπως «χυδαιολεκτική μετάφρασις», «χυδαιολογία της μεταφράσεως», «χυδαία μετάφρασις» / «χυδαιολεκτική φράσις των Γραφών» κ.λπ.⁸³
    • Ο Χατζιδάκις από την πλευρά του θεωρεί ότι «φυσική» είναι η γλώσσα η «συνήθως λαλούμενη και άμα γραφόμενη υπό ημών των πολλών», ενώ τεχνητή, η αρχαΐζουσα και η ψυχαρική.

Ετυμολογία

αρχαΐζουσα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου αρχαΐζων, μετοχής του αρχαΐζω· αρχαία ελληνικά: ἀρχαΐζουσα, ἀρχαΐζω. Παραβάλετε τους όρους δημοτικίζουσα, λαϊκίζουσα.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →