αρχαιολογία
•
- επιστήμηπου ερευνεί καθετί σχετικό με τους αρχαίους χρόνους, σε σχέση με ό,τι διασώθηκε από τις παλαιότερες εποχές Βικιλεξικό
- Η αρχαιολογία στην Ελλάδα -και γενικότερα- αναπτύσσεται σαν επιστήμη τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας και της συγκρότησης του εθνικού κράτους, δηλαδή στο πλαίσιο της ιδεολογίας και των πρακτικών της δυτικής νεωτερικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για τη νεωτερική αρχαιολογία. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να μιλήσουμε και γι' αυτό που έχω ονομάσει προνεωτερικές αρχαιολογίες: δηλαδή πρακτικές και αφηγήσεις που αφορούν τις αρχαιότητες, από ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες πριν από την εδραίωση της αρχαιολογίας ως νεωτερικής επιστήμης. (εφ. Ελευθεροτυπία, 10/7/2010)
- μεταφορικάπρόσωπο προχωρημένης ηλικίας, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ παλιό αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχαιολογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρχαιολογία (σύγγραμμα με παλιές ιστορίες) < ἀρχαῖο(ς) + αρχαιο- + -λογία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική archéologie : για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antique
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχαιολογία | αρχαιολογίες |
| Γενική | αρχαιολογίας | αρχαιολογιών |
| Αιτιατική | αρχαιολογία | αρχαιολογίες |
| Κλητική | αρχαιολογία | αρχαιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →