αρχαιοσυλλεκτικός
•
- που έχει σχέση με τους αρχαιοσυλλέκτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- → χρειάζεται παράθεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχαιοσυλλεκτικός < αρχαιοσυλλέκτ(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχαιοσυλλεκτικός | αρχαιοσυλλεκτική | αρχαιοσυλλεκτικό |
| Γενική | αρχαιοσυλλεκτικού | αρχαιοσυλλεκτικής | αρχαιοσυλλεκτικού |
| Αιτιατική | αρχαιοσυλλεκτικό | αρχαιοσυλλεκτική | αρχαιοσυλλεκτικό |
| Κλητική | αρχαιοσυλλεκτικέ | αρχαιοσυλλεκτική | αρχαιοσυλλεκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχαιοσυλλεκτικοί | αρχαιοσυλλεκτικές | αρχαιοσυλλεκτικά |
| Γενική | αρχαιοσυλλεκτικών | αρχαιοσυλλεκτικών | αρχαιοσυλλεκτικών |
| Αιτιατική | αρχαιοσυλλεκτικούς | αρχαιοσυλλεκτικές | αρχαιοσυλλεκτικά |
| Κλητική | αρχαιοσυλλεκτικοί | αρχαιοσυλλεκτικές | αρχαιοσυλλεκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →