Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχαιοσυλλεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους αρχαιοσυλλέκτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. → χρειάζεται παράθεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχαιοσυλλεκτικός < αρχαιοσυλλέκτ(ης) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχαιοσυλλεκτικόςαρχαιοσυλλεκτικήαρχαιοσυλλεκτικό
Γενικήαρχαιοσυλλεκτικούαρχαιοσυλλεκτικήςαρχαιοσυλλεκτικού
Αιτιατικήαρχαιοσυλλεκτικόαρχαιοσυλλεκτικήαρχαιοσυλλεκτικό
Κλητικήαρχαιοσυλλεκτικέαρχαιοσυλλεκτικήαρχαιοσυλλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχαιοσυλλεκτικοίαρχαιοσυλλεκτικέςαρχαιοσυλλεκτικά
Γενικήαρχαιοσυλλεκτικώναρχαιοσυλλεκτικώναρχαιοσυλλεκτικών
Αιτιατικήαρχαιοσυλλεκτικούςαρχαιοσυλλεκτικέςαρχαιοσυλλεκτικά
Κλητικήαρχαιοσυλλεκτικοίαρχαιοσυλλεκτικέςαρχαιοσυλλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →