αρχαϊστικός
•
- ο κατά μίμηση των αρχαίων τρόπων ή προτύπων Βικιλεξικό
- αρχαϊστική έκφραση
Ετυμολογία
αρχαϊστικός < αρχαΐζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχαϊστική / αρχαϊστικός / αρχαϊστικό | αρχαϊστικές / αρχαϊστικοί / αρχαϊστικά |
| Γενική | αρχαϊστικής / αρχαϊστικού / αρχαϊστικού | αρχαϊστικών / αρχαϊστικών / αρχαϊστικών |
| Αιτιατική | αρχαϊστική / αρχαϊστικό / αρχαϊστικό | αρχαϊστικές / αρχαϊστικούς / αρχαϊστικά |
| Κλητική | αρχαϊστική / αρχαϊστικέ / αρχαϊστικό | αρχαϊστικές / αρχαϊστικοί / αρχαϊστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →