Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει την ιδιότητα του αρχείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχειακός < αρχείο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχειακόςαρχειακήαρχειακό
Γενικήαρχειακούαρχειακήςαρχειακού
Αιτιατικήαρχειακόαρχειακήαρχειακό
Κλητικήαρχειακέαρχειακήαρχειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχειακοίαρχειακέςαρχειακά
Γενικήαρχειακώναρχειακώναρχειακών
Αιτιατικήαρχειακούςαρχειακέςαρχειακά
Κλητικήαρχειακοίαρχειακέςαρχειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →