αρχειοθέτηση
•
- η τοποθέτηση και τακτοποίηση εγγράφων ή άλλων αντικειμένων σε ένα αρχείο Βικιλεξικό
- είναι σε εξέλιξη η ψηφιοποίηση, ηλεκτρονική αρχειοθέτηση και διάθεση της συλλογής χειρόγραφων κωδίκων και ομοιοτύπων (The New griffon, Volume 9, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, 2007)
- κωδικοποιημένη ταξινόμηση προϊόντων με βάση την ονοματοδοσία τους για εύκολη εξεύρεση συναφών προϊόντων από κατάλογο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχειοθέτηση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχειοθέτηση | αρχειοθετήσεις |
| Γενική | αρχειοθέτησης | αρχειοθετήσεων |
| Αιτιατική | αρχειοθέτηση | αρχειοθετήσεις |
| Κλητική | αρχειοθέτηση | αρχειοθετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →