αρχηγία
•
- η θέση του αρχηγού, το αξίωμα και η δύναμη που αυτό συνεπάγεται Βικιλεξικό
- Ο Περικλάκιας, λαμβάνοντας αυτοδίκαια την αρχηγία, διέταξε τα «παλληκάρια» να κατεβάσουν τη «χαμομήλω», διότι ο κύριος ήταν ο Ρωμαίος Αγγουλές, ο «άρχων» του Κεραμεικού και των περιχώρων, ο οποίος 'ξηγήθηκε μπεσαλίδικα στο αδέρφι τον Τρομάρα και γλίτωσε εκείνος της φυλακής τα σίδερα. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος έχει τη θέση του αρχηγού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχηγία < αρχηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχηγία | αρχηγίες |
| Γενική | αρχηγίας | αρχηγιών |
| Αιτιατική | αρχηγία | αρχηγίες |
| Κλητική | αρχηγία | αρχηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →