αρχηγίδα
•
- ναυτικός όροςτο πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο αρχηγός του στόλου, η ναυαρχίδα Βικιλεξικό
- Στις 17 Οκτωβρίου 1918 η Τουρκία υπόγραψε ανακωχή στο λιμάνι Μούδρος της Λήμνου, που ήταν η κύρια βάση του Συμμαχικού στόλου. Ο Αγγλογαλλικός στρατός προωθήθηκε στη Θράκη και κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, ενώ τμήμα ελληνικού στρατού εγκαθίσταντο επίσης στην πρωτεύουσα των σουλτάνων και ο ελληνικός στόλος ναυλοχούσε στο Βόσπορο, με αρχηγίδα το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ».
Ετυμολογία
αρχηγίδα < αρχηγ(ός) + -ίδα < καθαρεύουσα ἀρχηγίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχηγίδα | αρχηγίδες |
| Γενική | αρχηγίδας | αρχηγίδων |
| Αιτιατική | αρχηγίδα | αρχηγίδες |
| Κλητική | αρχηγίδα | αρχηγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →