Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιδάτος

/aɾ.çiˈða.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χυδαίοπου έχει μεγάλα αρχίδια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολύ ικανός, αξιόλογος, με ιδιαίτερη βαρύτητα Βικιλεξικό
    • Γιάννη Ψυχάρη και Αργύρη Εφταλιώτη αλληλογραφία: 716 γράμματα (1890-1923), Πανεπιστήμιο Ιωαννίννων, 1988 @books.google. γρ.152, 21/07/1899
  3. κυριολεκτικάο μη ευνουχισμένος, βαρβάτος Βικιλεξικό
    • και ιδιωματικά: αρκιδάτος
  4. κυριολεκτικάπου έχει μεγάλους όρχεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιδάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχιδάτος στη μεταφορική σημασία. Μορφολογικά αναλύεται σε αρχίδ(ι) + -άτος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχιδάτοςαρχιδάτηαρχιδάτο
Γενικήαρχιδάτουαρχιδάτηςαρχιδάτου
Αιτιατικήαρχιδάτοαρχιδάτηαρχιδάτο
Κλητικήαρχιδάτεαρχιδάτηαρχιδάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχιδάτοιαρχιδάτεςαρχιδάτα
Γενικήαρχιδάτωναρχιδάτωναρχιδάτων
Αιτιατικήαρχιδάτουςαρχιδάτεςαρχιδάτα
Κλητικήαρχιδάτοιαρχιδάτεςαρχιδάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →