αρχιεισαγγελέας
•
- νομικός όροςο επικεφαλής εισαγγελέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιεισαγγελέας < αρχι- + εισαγγελέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιεισαγγελέας | αρχιεισαγγελείς |
| Γενική | αρχιεισαγγελέα / αρχιεισαγγελέως | αρχιεισαγγελέων |
| Αιτιατική | αρχιεισαγγελέα | αρχιεισαγγελείς |
| Κλητική | αρχιεισαγγελέα | αρχιεισαγγελείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →