Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιεροσύνη

/aɾ.çi.e.ɾoˈsi.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείατο αξίωμα του αρχιερέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιεροσύνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρχιερωσύνη. Μορφολογικά αναλύεται σε αρχ- + ιεροσύνη (ιερ- + -οσύνη, κατά τα ουσιαστικά σε -οσύνη). Η ορθογραφική απλοποίηση με όμικρον, ήδη από το μεσαιωνικό ἀρχιερoσύνη.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιεροσύνηαρχιεροσύνες
Γενικήαρχιεροσύνηςαρχιεροσυνών
Αιτιατικήαρχιεροσύνηαρχιεροσύνες
Κλητικήαρχιεροσύνηαρχιεροσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →