αρχικελευστής
•
- στρατιωτικός βαθμόςανώτερος υπαξιωματικός τού πολεμικού ναυτικού, ισόβαθμος προς τον ανθυπασπιστή ξηράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχικελευστής < αρχή + κελευστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχικελευστής | αρχικελευστές |
| Γενική | αρχικελευστή | αρχικελευστών |
| Αιτιατική | αρχικελευστή | αρχικελευστές |
| Κλητική | αρχικελευστή | αρχικελευστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →