αρχικηπουρός
•
- ο επικεφαλής κηπουρός Βικιλεξικό
- Ἔπειτα τὰ εὐωδέστερα ἄνθη πρέπει νὰ κοπρίζωνται δαψιλῶς, διὰ νὰ φουντώνουν, ὁ δὲ κύριος ἀρχικηπουρὸς τοῦ δήμου ἐφαρμόζει λαμπρὰ τὴν μέθοδον αὐτὴν τρέφων τοὺς κυρίους ἐκλογεῖς του διὰ τοῦ θρεπτικωτέρου λιπάσματος. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
αρχικηπουρός < αρχι- + κηπουρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχικηπουρός | αρχικηπουροί |
| Γενική | αρχικηπουρού | αρχικηπουρών |
| Αιτιατική | αρχικηπουρό | αρχικηπουρούς |
| Κλητική | αρχικηπουρέ | αρχικηπουροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →