αρχικουρσάρος
•
- σπάνιοο αρχιπειρατής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχικουρσάρος < αρχι- + κουρσάρος < ιταλική corsaro < μεσαιωνική λατινική cursarius < λατινική cursus < curro < πρωτοϊταλική *korzō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱers- (τρέχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχικουρσάρος | αρχικουρσάροι |
| Γενική | αρχικουρσάρου | αρχικουρσάρων |
| Αιτιατική | αρχικουρσάρο | αρχικουρσάρους |
| Κλητική | αρχικουρσάρε | αρχικουρσάροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →