Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμμ., αρχικά ρήματα που έχουν την ιδιότητα του άρχω και εξουσιάζω, όπως δεσπόζω, κρατώ, τυραννώ, βασιλεύω κ.α. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχικός < άρχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχικόςαρχικήαρχικό
Γενικήαρχικούαρχικήςαρχικού
Αιτιατικήαρχικόαρχικήαρχικό
Κλητικήαρχικέαρχικήαρχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχικοίαρχικέςαρχικά
Γενικήαρχικώναρχικώναρχικών
Αιτιατικήαρχικούςαρχικέςαρχικά
Κλητικήαρχικοίαρχικέςαρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →