Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιλήσταρχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο αρχηγός των λήσταρχων, ο επικεφαλής τους Βικιλεξικό
  2. λήσταρχος με αξιόλογη δράση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιλήσταρχος < αρχι- + λήσταρχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιλήσταρχοςαρχιλήσταρχοι
Γενικήαρχιλήσταρχουαρχιλήσταρχων
Αιτιατικήαρχιλήσταρχοαρχιλήσταρχους
Κλητικήαρχιλήσταρχεαρχιλήσταρχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →