αρχιλόχειος
•
- ο χαρακτηριστικός τού ποιητή Αρχίλοχου Βικιλεξικό
- μτφδηκτικός, τσουχτερός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιλόχειος < Ἀρχίλοχος → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιλόχειος | αρχιλόχεια | αρχιλόχειο |
| Γενική | αρχιλόχειου | αρχιλόχειας | αρχιλόχειου |
| Αιτιατική | αρχιλόχειο | αρχιλόχεια | αρχιλόχειο |
| Κλητική | αρχιλόχειε | αρχιλόχεια | αρχιλόχειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιλόχειοι | αρχιλόχειες | αρχιλόχεια |
| Γενική | αρχιλόχειων | αρχιλόχειων | αρχιλόχειων |
| Αιτιατική | αρχιλόχειους | αρχιλόχειες | αρχιλόχεια |
| Κλητική | αρχιλόχειοι | αρχιλόχειες | αρχιλόχεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →