αρχιπέλαγος
•
- γεωγραφίαη μεγάλη σε έκταση περιοχή της θάλασσας που περιλαμβάνει ομάδα ή ομάδες νησιών Βικιλεξικό
- νομικός όροςσύμπλεγμα νησιών ή και μερών από νησιά που συνδέονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελούν μια αυτόνομη ενότητα σε οικονομικό, πολιτικό ή γεωγραφικό επίπεδο ή να θεωρούνται ως μια ιστορική ενότητα Βικιλεξικό
- ειδικότερατα νησιά του Αιγαίου Βικιλεξικό
- Διοίκηση Αρχιπελάγους
Ετυμολογία
αρχιπέλαγος < (μαρτυρείται από το 1728), λόγιο (αντιδάνειο) ιταλική arcipelago < μεσαιωνικός υποθετικός τύπος *ἀρχιπέλαγος (ανοιχτό πέλαγος) < αρχαία ελληνική ἀρχι- + πέλαγος. Συγκρίνετε με το ουδέτερο αρχιπέλαγο (αρχι- + πέλαγος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
| Γενική | αρχιπελάγους | αρχιπελαγών |
| Αιτιατική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
| Κλητική | αρχιπέλαγος | αρχιπελάγη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →