αρχιράπτρια
•
- επάγγελμααρχιράφτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιράπτρια < αρχιράπ(της) απλοποιημένη γραφή του ἀρχιρράπτης + κατάληξη θηλυκού -τρια ή αρχι- + ράπτρια ή λόγια επίδραση στο αρχιράφτρα Δείτε τον γαλλικό όρο maîtresse couturière.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιράπτρια | αρχιράπτριες |
| Γενική | αρχιράπτριας | αρχιραπτριών |
| Αιτιατική | αρχιράπτρια | αρχιράπτριες |
| Κλητική | αρχιράπτρια | αρχιράπτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →