Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιράπτρια

/aɾ.çiˈɾa.ptɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμααρχιράφτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιράπτρια < αρχιράπ(της) απλοποιημένη γραφή του ἀρχιρράπτης + κατάληξη θηλυκού -τρια ή αρχι- + ράπτρια ή λόγια επίδραση στο αρχιράφτρα Δείτε τον γαλλικό όρο maîtresse couturière.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιράπτριααρχιράπτριες
Γενικήαρχιράπτριαςαρχιραπτριών
Αιτιατικήαρχιράπτριααρχιράπτριες
Κλητικήαρχιράπτριααρχιράπτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →