αρχιτσοπάνης
•
- ο ανώτερος τσοπάνης, ο καθοδηγητής Βικιλεξικό
- Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δύσκολον πολὺ δὲν τοῦ ἐφάνη… / εἰς τὴν πατρίδα ἔχαιρεν ὑπόληψιν μεγάλην, / καθόσον ἦτο γέννημα ἑνὸς ἀρχιτσοπάνη, / διακριθέντος ἄλλοτε στὴν Τουρκομάχον πάλην. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Πετσωματάς, 1886)
Ετυμολογία
αρχιτσοπάνης < αρχι- + τσοπάνης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιτσοπάνης | αρχιτσοπάνηδες / αρχιτσοπαναραίοι |
| Γενική | αρχιτσοπάνη | αρχιτσοπάνηδων / αρχιτσοπαναραίων |
| Αιτιατική | αρχιτσοπάνη | αρχιτσοπάνηδες / αρχιτσοπαναραίους |
| Κλητική | αρχιτσοπάνη | αρχιτσοπάνηδες / αρχιτσοπαναραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →