αρχιτσόγλανος
•
- τσογλάνι (με μεγεθυντική σημασία) Βικιλεξικό
- αρχηγός των τσογλανιών, αρχηγός παρέας που δημιουργεί προβλήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιτσόγλανος < αρχι- + τσογλάν(ι) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιτσόγλανος | αρχιτσόγλανοι |
| Γενική | αρχιτσόγλανου | αρχιτσόγλανων |
| Αιτιατική | αρχιτσόγλανο | αρχιτσόγλανους |
| Κλητική | αρχιτσόγλανε | αρχιτσόγλανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →