Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιχρονιάτικος

/aɾ.çi.xɾoˈɲa.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αρχιχρονιά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιχρονιάτικος < αρχιχρονιά + -τικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχιχρονιάτικοςαρχιχρονιάτικηαρχιχρονιάτικο
Γενικήαρχιχρονιάτικουαρχιχρονιάτικηςαρχιχρονιάτικου
Αιτιατικήαρχιχρονιάτικοαρχιχρονιάτικηαρχιχρονιάτικο
Κλητικήαρχιχρονιάτικεαρχιχρονιάτικηαρχιχρονιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχιχρονιάτικοιαρχιχρονιάτικεςαρχιχρονιάτικα
Γενικήαρχιχρονιάτικωναρχιχρονιάτικωναρχιχρονιάτικων
Αιτιατικήαρχιχρονιάτικουςαρχιχρονιάτικεςαρχιχρονιάτικα
Κλητικήαρχιχρονιάτικοιαρχιχρονιάτικεςαρχιχρονιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →