αρχιχρονιάτικος
•
- που έχει σχέση με την αρχιχρονιά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιχρονιάτικος < αρχιχρονιά + -τικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιχρονιάτικος | αρχιχρονιάτικη | αρχιχρονιάτικο |
| Γενική | αρχιχρονιάτικου | αρχιχρονιάτικης | αρχιχρονιάτικου |
| Αιτιατική | αρχιχρονιάτικο | αρχιχρονιάτικη | αρχιχρονιάτικο |
| Κλητική | αρχιχρονιάτικε | αρχιχρονιάτικη | αρχιχρονιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιχρονιάτικοι | αρχιχρονιάτικες | αρχιχρονιάτικα |
| Γενική | αρχιχρονιάτικων | αρχιχρονιάτικων | αρχιχρονιάτικων |
| Αιτιατική | αρχιχρονιάτικους | αρχιχρονιάτικες | αρχιχρονιάτικα |
| Κλητική | αρχιχρονιάτικοι | αρχιχρονιάτικες | αρχιχρονιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →