αρχοντεύω
•
- είμαι ή γίνομαι άρχοντας Βικιλεξικό
- από τότε που αρχόντεψε, έγινε ακατάδεκτος
Ετυμολογία
αρχοντεύω < μεσαιωνική ελληνική αρχοντεύω < άρχοντας
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρχοντεύω | αρχοντεύεις | αρχοντεύει | αρχοντεύουμε | αρχοντεύετε | αρχοντεύουν / αρχοντεύουνε |
| Παρατατικός | αρχόντευα | αρχόντευες | αρχόντευε | αρχοντεύαμε | αρχοντεύατε | αρχοντεύαν / αρχοντεύανε / αρχόντευαν |
| Αόριστος | αρχόντεψα | αρχόντεψες | αρχόντεψε | αρχοντέψαμε | αρχοντέψατε | αρχοντέψαν / αρχοντέψανε / αρχόντεψαν |
| Μέλλοντας | θα αρχοντέψω / θα αρχοντεύω | θα αρχοντέψεις / θα αρχοντεύεις | θα αρχοντέψει / θα αρχοντεύει | θα αρχοντέψουμε / θα αρχοντεύουμε | θα αρχοντέψετε / θα αρχοντεύετε | θα αρχοντέψουν / θα αρχοντέψουνε / θα αρχοντεύουν / θα αρχοντεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρχοντέψει | έχεις αρχοντέψει | έχει αρχοντέψει | έχουμε αρχοντέψει | έχετε αρχοντέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρχοντέψει | είχες αρχοντέψει | είχε αρχοντέψει | είχαμε αρχοντέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρχοντέψει / να αρχοντέψω / να αρχοντεύω | να έχεις αρχοντέψει / να αρχοντέψεις / να αρχοντεύεις | να έχει αρχοντέψει / να αρχοντέψει / να αρχοντεύει | να έχουμε αρχοντέψει / να αρχοντέψουμε / να αρχοντεύουμε | να έχετε αρχοντέψει / να αρχοντέψετε / να αρχοντεύετε | να αρχοντέψουν / να αρχοντέψουνε / να αρχοντεύουν / να αρχοντεύουνε |
| Προστακτική | — | αρχόντευε / αρχόντεψε | — | — | αρχοντέψτε / αρχοντεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →