Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντολόι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοη τάξη των ευγενών, των αρχόντων (αλλά και, ευρύτερα, των πλουσίων) Βικιλεξικό
    • Στη γιορτή συνάχτηκε όλο το αρχοντολόι του νησιού.

Ετυμολογία

αρχοντολόι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχοντολόγι(ν), αναλύεται σε αρχοντο- + -λόι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντολόιαρχοντολόγια
Γενικήαρχοντολογιούαρχοντολογιών
Αιτιατικήαρχοντολόιαρχοντολόγια
Κλητικήαρχοντολόιαρχοντολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →