αρχοντοχωριάτισσα
•
- θηλυκό του αρχοντοχωριάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχοντοχωριάτισσα < αρχοντοχωριάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχοντοχωριάτισσα | αρχοντοχωριάτισσες |
| Γενική | αρχοντοχωριάτισσας | αρχοντοχωριατισσών |
| Αιτιατική | αρχοντοχωριάτισσα | αρχοντοχωριάτισσες |
| Κλητική | αρχοντοχωριάτισσα | αρχοντοχωριάτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →