Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντοχωριάτισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του αρχοντοχωριάτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχοντοχωριάτισσα < αρχοντοχωριάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντοχωριάτισσααρχοντοχωριάτισσες
Γενικήαρχοντοχωριάτισσαςαρχοντοχωριατισσών
Αιτιατικήαρχοντοχωριάτισσααρχοντοχωριάτισσες
Κλητικήαρχοντοχωριάτισσααρχοντοχωριάτισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →