Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντόπουλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το παιδί τού άρχοντα ή του πλουσίου Βικιλεξικό
    • χτες στη δεξίωση, είδα το αρχοντόπουλο τού βασιλιά

Ετυμολογία

αρχοντόπουλο < άρχοντας + υποκοριστική κατάληξη -όπουλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντόπουλοαρχοντόπουλα
Γενικήαρχοντόπουλουαρχοντόπουλων
Αιτιατικήαρχοντόπουλοαρχοντόπουλα
Κλητικήαρχοντόπουλοαρχοντόπουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →