αρχοντόσπιτο
•
- σπίτι μεγάλο, με πολλές ανέσεις Βικιλεξικό
- ζει σ' ένα αρχοντόσπιτο, δίπατο, στη μέση του χωριού, μ' ένα σωρό δωμάτια, τρία μπαλκόνια και υποστατικό
- 239: Μὲ κάμερα, μὲ πόρτεγο, μὲ οὖλα τὰ σωστά του ... Ο Θοδωρής καμαρώνει για το σπίτι του, που διέθετε, κατά τα λεγόμενά του, χώρους που είχαν μόνο τα αρχοντόσπιτα, τα «παλάτσα» των ευγενών («κάμερα» , «πόρτεγο» κτλ.)
- μεταφορικάπλούσια οικογένεια ή αρχοντική γενιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχοντόσπιτο < αρχοντό- + -σπιτο < άρχοντας + σπίτι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχοντόσπιτο | αρχοντόσπιτα |
| Γενική | αρχοντόσπιτου | αρχοντόσπιτων |
| Αιτιατική | αρχοντόσπιτο | αρχοντόσπιτα |
| Κλητική | αρχοντόσπιτο | αρχοντόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →