Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντόσπιτο

/aɾ.xonˈdo.spi.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπίτι μεγάλο, με πολλές ανέσεις Βικιλεξικό
    • ζει σ' ένα αρχοντόσπιτο, δίπατο, στη μέση του χωριού, μ' ένα σωρό δωμάτια, τρία μπαλκόνια και υποστατικό
    • 239: Μὲ κάμερα, μὲ πόρτεγο, μὲ οὖλα τὰ σωστά του ... Ο Θοδωρής καμαρώνει για το σπίτι του, που διέθετε, κατά τα λεγόμενά του, χώρους που είχαν μόνο τα αρχοντόσπιτα, τα «παλάτσα» των ευγενών («κάμερα» , «πόρτεγο» κτλ.)
  2. μεταφορικάπλούσια οικογένεια ή αρχοντική γενιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχοντόσπιτο < αρχοντό- + -σπιτο < άρχοντας + σπίτι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντόσπιτοαρχοντόσπιτα
Γενικήαρχοντόσπιτουαρχοντόσπιτων
Αιτιατικήαρχοντόσπιτοαρχοντόσπιτα
Κλητικήαρχοντόσπιτοαρχοντόσπιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →