αρχόντισσα
•
- θηλυκό του άρχοντας Βικιλεξικό
- κυρίως παλαιότεραγυναίκα αρχοντικής καταγωγής ή εμφανίσεως Βικιλεξικό
- κυρίως παλαιότεραη σύζυγος του άρχοντα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιβλητική, κυρίαρχη παρουσία Βικιλεξικό
- (για νήσους) Οι αρχόντισσες του Αιγαίου.
Ετυμολογία
αρχόντισσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχόντισσα. Συγχρονικά αναλύεται σε άρχοντας + κατάληξη θηλυκού -ισσα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχόντισσα | αρχόντισσες |
| Γενική | αρχόντισσας | αρχοντισσών |
| Αιτιατική | αρχόντισσα | αρχόντισσες |
| Κλητική | αρχόντισσα | αρχόντισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →