Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχόντισσα

/aɾˈxo(n).di.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του άρχοντας Βικιλεξικό
  2. κυρίως παλαιότεραγυναίκα αρχοντικής καταγωγής ή εμφανίσεως Βικιλεξικό
  3. κυρίως παλαιότεραη σύζυγος του άρχοντα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάεπιβλητική, κυρίαρχη παρουσία Βικιλεξικό
    • (για νήσους) Οι αρχόντισσες του Αιγαίου.

Ετυμολογία

αρχόντισσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχόντισσα. Συγχρονικά αναλύεται σε άρχοντας + κατάληξη θηλυκού -ισσα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχόντισσααρχόντισσες
Γενικήαρχόντισσαςαρχοντισσών
Αιτιατικήαρχόντισσααρχόντισσες
Κλητικήαρχόντισσααρχόντισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →