αρχύτερα
•
- πρωτύτερα, νωρίτερα Βικιλεξικό
- για καλό και για κακό, να φύγουμε μια ώρα αρχύτερα, μη χάσουμε το αεροπλάνο
Ετυμολογία
αρχύτερα < μεσαιωνική ελληνική αρχύτερα < αρχαία ελληνική ἀρχή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →