αρωδαμός
•
- τρυφερός βλαστός, νέο κλωνάρι, το νέο φύλλωμα τών δέντρων τήν άνοιξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρωδαμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρωδαμός | αρωδαμοί |
| Γενική | αρωδαμού | αρωδαμών |
| Αιτιατική | αρωδαμό | αρωδαμούς |
| Κλητική | αρωδαμέ | αρωδαμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →