αρωματίζω
•
- κάνω κάτι να ευωδιάζει Βικιλεξικό
- επαλείφω με άρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρωματίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρωματίζω | αρωματίζεις | αρωματίζει | αρωματίζουμε | αρωματίζετε | αρωματίζουν / αρωματίζουνε |
| Παρατατικός | αρωμάτιζα | αρωμάτιζες | αρωμάτιζε | αρωματίζαμε | αρωματίζατε | αρωμάτιζαν / αρωματίζαν / αρωματίζανε |
| Αόριστος | αρωμάτισα | αρωμάτισες | αρωμάτισε | αρωματίσαμε | αρωματίσατε | αρωμάτισαν / αρωματίσαν / αρωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα αρωματίζω / θα αρωματίσω | θα αρωματίζεις / θα αρωματίσεις | θα αρωματίζει / θα αρωματίσει | θα αρωματίζουμε / θα αρωματίσουμε | θα αρωματίζετε / θα αρωματίσετε | θα αρωματίζουν / θα αρωματίζουνε / θα αρωματίσουν / θα αρωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρωματίσει | έχεις αρωματίσει | έχει αρωματίσει | έχουμε αρωματίσει | έχετε αρωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρωματίσει | είχες αρωματίσει | είχε αρωματίσει | είχαμε αρωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρωματίσει / να αρωματίζω / να αρωματίσω | να έχεις αρωματίσει / να αρωματίζεις / να αρωματίσεις | να έχει αρωματίσει / να αρωματίζει / να αρωματίσει | να έχουμε αρωματίσει / να αρωματίζουμε / να αρωματίσουμε | να έχετε αρωματίσει / να αρωματίζετε / να αρωματίσετε | να αρωματίζουν / να αρωματίζουνε / να αρωματίσουν / να αρωματίσουνε |
| Προστακτική | — | αρωμάτιζε / αρωμάτισε | — | — | αρωματίζετε / αρωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →