Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρωματικός

/a.ɾo.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει και αναδίδει ωραίο άρωμα Βικιλεξικό
  2. χημική ένωσηείδος χημικής οργανικής ένωσης Βικιλεξικό
    • Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 https://old.ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B132/770/5034,23006/)
  3. ουσιαστικοποιημένοαρωματικά: ουσία (φυσική ή τεχνητή) που αρωματίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρωματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρωματικός < αρχαία ελληνική ἄρωμα < ἀρόω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂erh₃- (οργώνω) : χημικός όρος < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική aromatic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρωματικόςαρωματικήαρωματικό
Γενικήαρωματικούαρωματικήςαρωματικού
Αιτιατικήαρωματικόαρωματικήαρωματικό
Κλητικήαρωματικέαρωματικήαρωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρωματικοίαρωματικέςαρωματικά
Γενικήαρωματικώναρωματικώναρωματικών
Αιτιατικήαρωματικούςαρωματικέςαρωματικά
Κλητικήαρωματικοίαρωματικέςαρωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →