αρόδο
•
- ναυτικός όροςαγκυροβολημένος έξω από το λιμάνι ή μακριά από το αγκυροβόλιο Βικιλεξικό
- Τὸ πλοῖο ἔστεκε ἀρόδο, ἀπὸ φόβο μὴν κάτσει στ’ ἀνάβαθο λιμάνιˈ' (Γιώργης Μανουσάκης, Ὁ ἐθελοντής, Αθήνα 2008)
- κατ’ επέκτασημακριά, σε απόσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρόδο < (άμεσο δάνειο) βενετική a roda ή arodo ή οξιτανική arròda < λατινική rota
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →