αρύπαντος
•
- καθαρός, που δεν έχει ρυπανθεί Βικιλεξικό
- μτφανεπίληπτος, άψογος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρύπαντος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρύπαντος | αρύπαντη | αρύπαντο |
| Γενική | αρύπαντου | αρύπαντης | αρύπαντου |
| Αιτιατική | αρύπαντο | αρύπαντη | αρύπαντο |
| Κλητική | αρύπαντε | αρύπαντη | αρύπαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρύπαντοι | αρύπαντες | αρύπαντα |
| Γενική | αρύπαντων | αρύπαντων | αρύπαντων |
| Αιτιατική | αρύπαντους | αρύπαντες | αρύπαντα |
| Κλητική | αρύπαντοι | αρύπαντες | αρύπαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →