αρύς
•
- που εμφανίζει κενά ή διαστήματα, αραιός Βικιλεξικό
- αριά δενδροφύτευση
- που γίνεται κατά διαστήματα, σποραδικός Βικιλεξικό
- αριές επισκέψεις
- σπάνιος, λιγοστός Βικιλεξικό
- αρείς θαμώνες
- υδαρής, νερουλός Βικιλεξικό
- λεπτός, αγανός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρύς < αραιός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →