αρύταινα
•
- αρχαιολογίακουτάλα Βικιλεξικό
- αρχαιολογίααγγείο για την άντληση υγρού (π.χ. κρασιού) από μεγάλο αποθηκευτικό αγγείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρύταινα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρύταινα, θηλυκό του ἀρυτήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρύταινα | αρύταινες |
| Γενική | αρύταινας | αρυταινών |
| Αιτιατική | αρύταινα | αρύταινες |
| Κλητική | αρύταινα | αρύταινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →