ασάνα
•
- σταθερή και ελεγχόμενη σωματική στάση στη γιόγκα, σχεδιασμένη να ευθυγραμμίζει το σώμα, να διευκολύνει τη συγκέντρωση και να καλλιεργεί τη σωματική και ψυχική ισορροπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασάνα < αγγλική asana < σανσκριτική आसन (ā́sana) < आस्ते (ā́ste, κάθομαι κάτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασάνα | ασάνες |
| Γενική | ασάνας | ασάνων |
| Αιτιατική | ασάνα | ασάνες |
| Κλητική | ασάνα | ασάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →