ασέλγεια
•
- συμπεριφορά που αποσκοπεί στην επίτευξη σεξουαλικής ικανοποίησης με μέσα ανήθικα ή ανεπίτρεπτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασέλγεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσέλγεια < ἀσελγής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασέλγεια | ασέλγειες |
| Γενική | ασέλγειας | ασελγειών |
| Αιτιατική | ασέλγεια | ασέλγειες |
| Κλητική | ασέλγεια | ασέλγειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →