ασβεστοκονίαμα
•
- μείγμα από ασβέστη, άμμο και νερό, σε αναλογία 1 προς 2 ή 3, που χρησιμοποιείται στην οικοδομική ως συνδετικό υλικό και για επίχριση των επιφανειών των τοίχων (σοβάτισμα). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστοκονίαμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβεστοκονίαμα | ασβεστοκονιάματα |
| Γενική | ασβεστοκονιάματος | ασβεστοκονιαμάτων |
| Αιτιατική | ασβεστοκονίαμα | ασβεστοκονιάματα |
| Κλητική | ασβεστοκονίαμα | ασβεστοκονιάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →