ασβεστοποίηση
•
- ιατρικήη συσσώρευση αλάτων ασβεστίου σε ιστούς, φυσιολογικά (π.χ. στα οστά) ή παθολογικά (π.χ. σε αρτηρίες ή όργανα), που οδηγεί σε σκλήρυνση και αλλοίωση της λειτουργίας τους Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ασβέστωση
- τεχνολογίαη θερμική κατεργασία ασβεστολιθικών υλικών με σκοπό την απομάκρυνση διοξειδίου του άνθρακα και την παραγωγή ασβέστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστοποίηση < ασβέστης + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβεστοποίηση | ασβεστοποιήσεις |
| Γενική | ασβεστοποίησης | ασβεστοποιήσεων |
| Αιτιατική | ασβεστοποίηση | ασβεστοποιήσεις |
| Κλητική | ασβεστοποίηση | ασβεστοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →