ασβεστοποιώ
•
- τεχνολογίαθερμαίνω υλικό που περιέχει ανθρακικό ασβέστιο, ώστε να μετατραπεί σε ασβέστη μέσω αποβολής διοξειδίου του άνθρακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστοποιώ < μεσαιωνική ελληνική ἀσβεστοποιέω / ἀσβεστοποιῶ < αρχαία ελληνική ἄσβεστος + ποιέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασβεστοποιώ | ασβεστοποιείς | ασβεστοποιεί | ασβεστοποιούμε | ασβεστοποιείτε | ασβεστοποιούν / ασβεστοποιούνε |
| Παρατατικός | ασβεστοποιούσα | ασβεστοποιούσες | ασβεστοποιούσε | ασβεστοποιούσαμε | ασβεστοποιούσατε | ασβεστοποιούσαν / ασβεστοποιούσανε |
| Αόριστος | ασβεστοποίησα | ασβεστοποίησες | ασβεστοποίησε | ασβεστοποιήσαμε | ασβεστοποιήσατε | ασβεστοποίησαν / ασβεστοποιήσαν / ασβεστοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ασβεστοποιήσω / θα ασβεστοποιώ | θα ασβεστοποιήσεις / θα ασβεστοποιείς | θα ασβεστοποιήσει / θα ασβεστοποιεί | θα ασβεστοποιήσουμε / θα ασβεστοποιούμε | θα ασβεστοποιήσετε / θα ασβεστοποιείτε | θα ασβεστοποιήσουν / θα ασβεστοποιήσουνε / θα ασβεστοποιούν / θα ασβεστοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασβεστοποιήσει | έχεις ασβεστοποιήσει | έχει ασβεστοποιήσει | έχουμε ασβεστοποιήσει | έχετε ασβεστοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασβεστοποιήσει | είχες ασβεστοποιήσει | είχε ασβεστοποιήσει | είχαμε ασβεστοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιήσω / να ασβεστοποιώ | να έχεις ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιήσεις / να ασβεστοποιείς | να έχει ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιεί | να έχουμε ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιήσουμε / να ασβεστοποιούμε | να έχετε ασβεστοποιήσει / να ασβεστοποιήσετε / να ασβεστοποιείτε | να ασβεστοποιήσουν / να ασβεστοποιήσουνε / να ασβεστοποιούν / να ασβεστοποιούνε |
| Προστακτική | — | ασβεστοποίει / ασβεστοποίησε | — | — | ασβεστοποιήστε / ασβεστοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →