ασβεστόλιθος
•
- ορυκτολογίαιζηματογενές ορυκτό πέτρωμα, αποτελούμενο κατά 50% από ασβεστίτη. Το χρώμα του ποικίλει και χρησιμοποιείται κυρίως για την παρασκευή τσιμέντου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστόλιθος, ήδη από το 1874 ως ἀσβεστόλιθος < άσβεστ(ος) + -ό- + λίθος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calcaire < λατινική calcarius < calx)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβεστόλιθος | ασβεστόλιθοι |
| Γενική | ασβεστολίθου / ασβεστόλιθου | ασβεστολίθων / ασβεστόλιθων |
| Αιτιατική | ασβεστόλιθο | ασβεστολίθους / ασβεστόλιθους |
| Κλητική | ασβεστόλιθε | ασβεστόλιθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →