ασβεστώνω
•
- βάφω μια επιφάνεια (πχ. έναν τοίχο) με διάλυμα από ασβέστη και νερό, συνήθως για να την ομορφύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστώνω < ασβέστης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασβεστώνω | ασβεστώνεις | ασβεστώνει | ασβεστώνουμε | ασβεστώνετε | ασβεστώνουν / ασβεστώνουνε |
| Παρατατικός | ασβέστωνα | ασβέστωνες | ασβέστωνε | ασβεστώναμε | ασβεστώνατε | ασβέστωναν / ασβεστώναν / ασβεστώνανε |
| Αόριστος | ασβέστωσα | ασβέστωσες | ασβέστωσε | ασβεστώσαμε | ασβεστώσατε | ασβέστωσαν / ασβεστώσαν / ασβεστώσανε |
| Μέλλοντας | θα ασβεστώνω / θα ασβεστώσω | θα ασβεστώνεις / θα ασβεστώσεις | θα ασβεστώνει / θα ασβεστώσει | θα ασβεστώνουμε / θα ασβεστώσουμε | θα ασβεστώνετε / θα ασβεστώσετε | θα ασβεστώνουν / θα ασβεστώνουνε / θα ασβεστώσουν / θα ασβεστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασβεστώσει | έχεις ασβεστώσει | έχει ασβεστώσει | έχουμε ασβεστώσει | έχετε ασβεστώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασβεστώσει | είχες ασβεστώσει | είχε ασβεστώσει | είχαμε ασβεστώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασβεστώσει / να ασβεστώνω / να ασβεστώσω | να έχεις ασβεστώσει / να ασβεστώνεις / να ασβεστώσεις | να έχει ασβεστώσει / να ασβεστώνει / να ασβεστώσει | να έχουμε ασβεστώσει / να ασβεστώνουμε / να ασβεστώσουμε | να έχετε ασβεστώσει / να ασβεστώνετε / να ασβεστώσετε | να ασβεστώνουν / να ασβεστώνουνε / να ασβεστώσουν / να ασβεστώσουνε |
| Προστακτική | — | ασβέστωνε / ασβέστωσε | — | — | ασβεστώνετε / ασβεστώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →