ασβόλη
•
- αιθάλη, καπνιά, φούμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβόλη < ελληνιστική κοινή ἀσβόλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβόλη | ασβόλες |
| Γενική | ασβόλης | ασβολών |
| Αιτιατική | ασβόλη | ασβόλες |
| Κλητική | ασβόλη | ασβόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →