ασβός
•
- θηλαστικό ζώοπαμφάγο θηλαστικό ζώο της οικογένειας Mustelidae, νυκτόβιο, με σκληρά νύχια στα μπροστινά του πόδια για σκάψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβός < σλαβικής προέλευσης ? (jazvă) + -ός. Συγγενή: βουλγαρική язовец (jázovec): Κατ' άλλη άποψη, < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀσβός < σλαβικής προέλευσης ? (jazvă)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβός | ασβοί |
| Γενική | ασβού | ασβών |
| Αιτιατική | ασβό | ασβούς |
| Κλητική | ασβέ | ασβοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →