ασελγώ
•
- είμαι ασελγής, κάνω ασελγείς πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασελγώ < ελληνιστική κοινή ἀσελγέω < αρχαία ελληνική ἀσελγής
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασελγώ | ασελγείς | ασελγεί | ασελγούμε | ασελγείτε | ασελγούν / ασελγούνε |
| Παρατατικός | ασελγούσα | ασελγούσες | ασελγούσε | ασελγούσαμε | ασελγούσατε | ασελγούσαν / ασελγούσανε |
| Αόριστος | ασέλγησα | ασέλγησες | ασέλγησε | ασελγήσαμε | ασελγήσατε | ασέλγησαν / ασελγήσαν / ασελγήσανε |
| Μέλλοντας | θα ασελγήσω / θα ασελγώ | θα ασελγήσεις / θα ασελγείς | θα ασελγήσει / θα ασελγεί | θα ασελγήσουμε / θα ασελγούμε | θα ασελγήσετε / θα ασελγείτε | θα ασελγήσουν / θα ασελγήσουνε / θα ασελγούν / θα ασελγούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασελγήσει | έχεις ασελγήσει | έχει ασελγήσει | έχουμε ασελγήσει | έχετε ασελγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασελγήσει | είχες ασελγήσει | είχε ασελγήσει | είχαμε ασελγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασελγήσει / να ασελγήσω / να ασελγώ | να έχεις ασελγήσει / να ασελγήσεις / να ασελγείς | να έχει ασελγήσει / να ασελγήσει / να ασελγεί | να έχουμε ασελγήσει / να ασελγήσουμε / να ασελγούμε | να έχετε ασελγήσει / να ασελγήσετε / να ασελγείτε | να ασελγήσουν / να ασελγήσουνε / να ασελγούν / να ασελγούνε |
| Προστακτική | — | ασέλγει / ασέλγησε | — | — | ασελγήστε / ασελγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →