Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασεξουαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον ασέξουαλ Βικιλεξικό
  2. ο ασέξουαλ, ο μη έχων ερωτικής επιθυμίας, ο μην έχων σεξουαλικής επιθυμίας Βικιλεξικό
    • μερικοί ασέξουαλς έχουν πόθο αγκαλιάς, φιλιού και μη ολοκληρωμένης σχέσης, άλλοι δεν έχουν καμία ερωτική επιθυμία
  3. άνθρωπος που απέχει απ' το σεξ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασεξουαλικός < α + σεξουαλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασεξουαλικόςασεξουαλικήασεξουαλικό
Γενικήασεξουαλικούασεξουαλικήςασεξουαλικού
Αιτιατικήασεξουαλικόασεξουαλικήασεξουαλικό
Κλητικήασεξουαλικέασεξουαλικήασεξουαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασεξουαλικοίασεξουαλικέςασεξουαλικά
Γενικήασεξουαλικώνασεξουαλικώνασεξουαλικών
Αιτιατικήασεξουαλικούςασεξουαλικέςασεξουαλικά
Κλητικήασεξουαλικοίασεξουαλικέςασεξουαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →