ασεξουαλικός
•
- ο σχετικός με τον ασέξουαλ Βικιλεξικό
- ο ασέξουαλ, ο μη έχων ερωτικής επιθυμίας, ο μην έχων σεξουαλικής επιθυμίας Βικιλεξικό
- μερικοί ασέξουαλς έχουν πόθο αγκαλιάς, φιλιού και μη ολοκληρωμένης σχέσης, άλλοι δεν έχουν καμία ερωτική επιθυμία
- άνθρωπος που απέχει απ' το σεξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασεξουαλικός < α + σεξουαλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασεξουαλικός | ασεξουαλική | ασεξουαλικό |
| Γενική | ασεξουαλικού | ασεξουαλικής | ασεξουαλικού |
| Αιτιατική | ασεξουαλικό | ασεξουαλική | ασεξουαλικό |
| Κλητική | ασεξουαλικέ | ασεξουαλική | ασεξουαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασεξουαλικοί | ασεξουαλικές | ασεξουαλικά |
| Γενική | ασεξουαλικών | ασεξουαλικών | ασεξουαλικών |
| Αιτιατική | ασεξουαλικούς | ασεξουαλικές | ασεξουαλικά |
| Κλητική | ασεξουαλικοί | ασεξουαλικές | ασεξουαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →