ασετυλίνη
•
- χημείαακόρεστος υδρογονάνθρακας (C₂H₂), αέριο εύφλεκτο και άχρωμο Βικιλεξικό
- παρωχημένοφωτιστικό αέριο που παράγεται από την ένωση ανθρακασβεστίου και νερού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο φωτιστικό που λειτουργούσε με το φωτιστικό αέριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασετυλίνη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀσετυλίνη (ήδη από το 1896) (επίσης, ἀσετυλένιον) < (λόγιο δάνειο) γαλλική acétylène, υβριδικό σύνθετο < acetyl ( < λατινική acetum + -yl < αρχαία ελληνική ὕλη) + -ène -ίνη. Συγκρίνετε με τη μορφή ακετυλένιο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασετυλίνη | ασετυλίνες |
| Γενική | ασετυλίνης | ασετυλινών |
| Αιτιατική | ασετυλίνη | ασετυλίνες |
| Κλητική | ασετυλίνη | ασετυλίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →