Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασημείωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ασημάδευτος, που δεν έχει σημειωθεί με διακριτό σημάδι Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει καταχωρισθεί Βικιλεξικό
  3. απαρατήρητος, που δεν έχει ληφθεί υπόψιν Βικιλεξικό
    • Προσοχή! Δεν πρέπει να μείνει ασημείωτο το παρακάτω φαινόμενο.

Ετυμολογία

ασημείωτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασημείωτοςασημείωτηασημείωτο
Γενικήασημείωτουασημείωτηςασημείωτου
Αιτιατικήασημείωτοασημείωτηασημείωτο
Κλητικήασημείωτεασημείωτηασημείωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασημείωτοιασημείωτεςασημείωτα
Γενικήασημείωτωνασημείωτωνασημείωτων
Αιτιατικήασημείωτουςασημείωτεςασημείωτα
Κλητικήασημείωτοιασημείωτεςασημείωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →