ασημείωτος
•
- ασημάδευτος, που δεν έχει σημειωθεί με διακριτό σημάδι Βικιλεξικό
- που δεν έχει καταχωρισθεί Βικιλεξικό
- απαρατήρητος, που δεν έχει ληφθεί υπόψιν Βικιλεξικό
- Προσοχή! Δεν πρέπει να μείνει ασημείωτο το παρακάτω φαινόμενο.
Ετυμολογία
ασημείωτος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασημείωτος | ασημείωτη | ασημείωτο |
| Γενική | ασημείωτου | ασημείωτης | ασημείωτου |
| Αιτιατική | ασημείωτο | ασημείωτη | ασημείωτο |
| Κλητική | ασημείωτε | ασημείωτη | ασημείωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασημείωτοι | ασημείωτες | ασημείωτα |
| Γενική | ασημείωτων | ασημείωτων | ασημείωτων |
| Αιτιατική | ασημείωτους | ασημείωτες | ασημείωτα |
| Κλητική | ασημείωτοι | ασημείωτες | ασημείωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →