ασημότητα
•
- η ιδιότητα τού άσημου, ασημαντότητα, μετριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασημότητα < άσημος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασημότητα | ασημότητες |
| Γενική | ασημότητας | ασημοτήτων |
| Αιτιατική | ασημότητα | ασημότητες |
| Κλητική | ασημότητα | ασημότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →